Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ - ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ 6ης ΜΑΪΟΥ 2012



Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου δημιούργησε μια νέα πολιτική διάταξη δυνάμεων, η οποία ωστόσο παραμένει αναντίστοιχη τόσο με την κατάσταση της κοινωνίας, όσο και με τις πιο άμεσες προσδοκίες της. Η νέα αυτή διάταξη δυνάμεων είναι απευθείας προϊόν της βαθιάς κρίσης και ταυτόχρονα ο καταλύτης για την παραπέρα όξυνσής της, αλλά και την μετατροπή της πλέον ανοιχτά σε πολιτική, σε κρίση εξουσίας. Ποια είναι τα βασικά γνωρίσματα αυτής της νέας διάταξης δυνάμεων;

  1. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικομματισμός καταβαραθρώθηκε συγκεντρώνοντας μόλις και μετά βίας λίγο πάνω από το 30% του εκλογικού σώματος. Ποτέ ξανά η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ από ιδρύσεώς τους δεν συγκέντρωσαν από μόνοι τους, αλλά και μαζί, τόσο χαμηλά ποσοστά. Κι αυτό σε συνθήκες άγριων εκβιασμών και πιέσεων προς την κοινωνία. Είναι η πρώτη φορά στη διάρκεια της μεταπολίτευσης όπου τα εκβιαστικά διλλήματα του δικομματισμού όχι μόνο δεν έπιασαν στο εκλογικό σώμα, αλλά λειτούργησαν εναντίον του. Στο πρόσωπο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ καταρρίφθηκαν όλοι οι βασικοί πυλώνες της ομαλής δικομματικής εναλλαγής στην εξουσία προς όφελος των κυρίαρχων ντόπιων και ξένων συμφερόντων που λεηλατούν επί δεκαετίες την χώρα και τον λαό της. Η στρατηγική της αυτοδυναμίας και η θεωρία της ισχυρής κυβέρνησης, που εξασφάλιζε στον δικομματισμό την πολιτική του κυριαρχία δέχτηκε συντριπτικό πλήγμα. Το ίδιο και η στρατηγική της συγκυβέρνησης των δυο κομμάτων που εμφανίστηκαν ως «εγγυητές της ομαλότητας» και της υπευθυνότητας. Είναι σαφές πλέον ότι η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού θεωρεί τα δυο κόμματα εξουσίας και το καθεστώς που εξέφραζαν όλα αυτά τα χρόνια ως το κυρίως υπεύθυνο για την τραγωδία της χώρας και για την κρίση.

  1. Αν κάτι είναι απολύτως ξεκάθαρο από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν είναι το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος φρόντισε να αποκλείσει από την διακυβέρνηση του τόπου όλα τα κόμματα των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων. Στην περίπτωση μάλιστα του ΛΑΟΣ φρόντισε να το θέσει και εκτός κοινοβουλίου. Όχι μόνο δεν επέτρεψε στα κόμματα της συγκυβέρνησης να πλησιάσουν λογικές και επίπεδα αυτοδυναμίας, αλλά ούτε καν τη δυνατότητα να συγκροτήσουν μια νέα κυβέρνηση τύπου Παπαδήμου. Κι αυτό αποτέλεσε το κυρίαρχο πρόβλημα αμέσως μετά τις εκλογές με την αγωνιώδη προσπάθεια που ακολούθησε ολόκληρο το σύστημα πολιτικής διαχείρισης ώστε να εκβιάσει μια νέα συγκυβέρνηση. Την σιγουριά των μεγάλων αφεντικών της «Ευρώπης» που θεωρούσαν περίπατο την εκλογική αναμέτρηση στην Ελλάδα υπέρ των υποτακτικών τους, αντικατέστησε ο φόβος και η αβεβαιότητα. Είναι τέτοιος ο φόβος των ντόπιων και ξένων κέντρων εξουσίας μπροστά στην λαϊκή ψήφο που δεν θέλουν επαναληπτικές εκλογές, μιας και γνωρίζουν πια ότι η καταδίκη των δυο κομμάτων δικομματικής εναλλαγής μπορεί να γίνει ακόμη πιο αποφασιστική. Το γεγονός όμως ότι ο δικομματισμός καταβαραθρώθηκε δεν σημαίνει καθόλου ότι εκμηδενίστηκε. Διατηρεί ακόμη δυνάμεις ικανές, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, για ολική επαναφορά. Οι πολιτικές δυνάμεις της υποταγής και της εθελοδουλίας βρίσκονται ακόμη μέσα στο παιχνίδι και για την εκμηδένισή τους θα χρειαστούν πολλά περισσότερα από απλές εκλογικές ήττες.

  1. Η ολοκληρωτική απώλεια της σταθερότητας για το σύστημα εξουσίας και τα κυρίαρχα
    συμφέροντα που υπηρετεί. Σταθερότητα του πολιτικού συστήματος για την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που διαφέντευε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες αυτόν τον τόπο υπάρχει μόνο όταν η εξουσία της πέφτει από το ένα χέρι, μόνο και μόνο για να την πιάσει με το άλλο. Αυτή ήταν η λειτουργία της δικομματικής εναλλαγής σ’ ολόκληρη την μεταπολιτευτική περίοδο. Οι τελευταίες εκλογές απέδειξαν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει πια. Τουλάχιστον με τους συνήθεις κοινοβουλευτικούς όρους. Το γεγονός αυτό από μόνο του υποδηλώνει ότι εισήλθαμε και επίσημα σε μια περίοδο όπου οι «από πάνω» δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως κυβερνούσαν παλιά και οι «από κάτω» δεν θέλουν να κυβερνηθούν όπως τους κυβερνούσαν παλιά. Είναι τόσο βαθύ το ρήγμα ανάμεσα στο σύστημα εξουσίας και στους υπεξούσιους που δεν επιτρέπει στα κόμματα εναλλαγής (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ) να επιχειρήσουν κάποιο είδος κυβέρνησης «ειδικού σκοπού», αν και συμφωνούν στα βασικά και διαθέτουν την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία με 163 έδρες. Αυτό σημαίνει ότι βαδίζουμε ολοταχώς σε τέτοια κρίση πολιτικής εξουσίας όπου αναγκαστικά θα δοκιμαστούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, ακόμη κι εκείνες που μιλούν εξ ονόματος του λαού και των συμφερόντων του. Η περίοδος αυτή στην οποία και επισήμως εισήλθε η χώρα δεν μπορεί να έχει κανενός είδους άλλη κατάληξη εκτός από μια ριζική ανατροπή του καθεστώτος υπέρ του λαού, ή την επικράτηση της πιο μαύρης αντίδρασης σε όλη την γραμμή με όρους επίσημης αποικίας της ΕΕ. Είναι πλέον αδύνατη η επιστροφή στην παλιά κοινοβουλευτική ομαλότητα της μεταπολίτευσης. Ανάμεσα σ’ αυτές τις μόνες ρεαλιστικές εκδοχές του ελληνικού δράματος θα συνθλιβούν όλες οι μεσοβέζικες δυνάμεις που προσπαθούν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα.

  1. Η δημιουργία εντός του λεγόμενου αντιμνημονιακού χώρου ενός νέου δικομματικού χώρου ανάμεσα σε μια κεντροαριστερά όπου κυριαρχεί ο ΣΥΡΙΖΑ και μια κεντροδεξιά όπου κυριαρχούν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του κ. Καμμένου. Ο νέος αυτός δικομματικός χώρος είναι απότοκο της αποσύνθεσης του παραδοσιακού δικομματισμού και κατόρθωσε να συγκεντρώσει την μεγάλη πλειοψηφία της αντιμνημονιακής ψήφου στην βάση της διαμαρτυρίας ενάντια στις πολιτικές των μνημονίων. Η επικράτηση αυτών των κομμάτων στον αντιμνημονιακό χώρο δεν έχει να κάνει με τις προτάσεις τους, ή τα λαϊκά τους ερείσματα, αλλά με την συγκυρία. Τα λαϊκά στρώματα μπήκαν σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, χωρίς να έχουν κεφαλαιοποιήσει σε οργάνωση, εμπειρία και προτάσεις τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις και τα κινήματα, όπου συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητα και με πρωτοφανή μαζικότητα. Κυριάρχησε η απογοήτευση του «δεν γίνεται τίποτε» με τις μαζικές κινητοποιήσεις και τα κοινωνικά ξεσπάσματα και έτσι υποχώρησαν στην λογική της ανάθεσης, την οποία το πιο ενεργό κομμάτι τους απέρριπτε όλο το προηγούμενο διάστημα. Έτσι το εκλογικό σώμα κλήθηκε να επιλέξει σ’ αυτές τις εκλογές με το μάτι στραμμένο στις πολιτικές της τρόικας. Σε συνθήκες χωρίς δυναμικά λαϊκά κινήματα που η μαζικότητά τους αναπτερώνει το ηθικό και την αγωνιστική διάθεση της κοινωνίας, στο μόνο που μπορούσε να ελπίζει με την ψήφο του ήταν να φρενάρει τις πολιτικές της τρόικας. Κι αυτό σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε με την ψήφο του στα δυο κυρίαρχα κόμματα του αντιμνημονίου. Ωστόσο, η αντίστροφη μέτρηση ήδη άρχισε από την στιγμή που και τα δυο αυτά κόμματα καλούνται από την ίδια την πράξη να υπερασπιστούν τον αντιμνημονιακό τους χαρακτήρα. Η ανάδειξή τους βαθαίνει ακόμη περισσότερο την αποσταθεροποίηση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, γιατί εξ αντικειμένου δεν μπορούν να παίξουν τον ρόλο των υποκατάστατων του παλιού δικομματισμού. Όσο πιο κοντά στην διακυβέρνηση της χώρας βρίσκονται τόσο η εσωτερική τους συνοχή, όσο και η εφήμερη σχέση τους με το εκλογικό σώμα θα δοκιμάζεται στην πράξη. Και η πράξη, η ίδια η κρίση, είναι σίγουρο ότι θα αναγκάσει τους πάντες να ρίξουν τις μάσκες τους και να αποκαλύψουν τον αληθινό τους χαρακτήρα μπροστά στον ίδιο τον κόσμο που τους ψήφισε. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια για τοπία στην ομίχλη, ούτε για καλλιέργεια αυταπατών, ή φρούδων ελπίδων.

  1. Η ανάδειξη της ΔΗΜΑΡ σε στυλοβάτη του πληγωμένου κυρίαρχου πολιτικού συστήματος. Η ΔΗΜΑΡ απέδειξε ιδιαίτερα την επομένη των εκλογών ότι λειτουργεί ως πολιτική εφεδρεία του δικομματισμού, ως δούρειος ίππος που σκοπό έχει την επαναφορά της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στην διακυβέρνηση της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετατράπηκε σε μοχλό πίεσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό την παγίδευσή του σε μια «οικουμενική» κυβέρνηση με ανοχή ή στήριξη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Η στάση του κόμματος αυτού ήταν τόσο προκλητική που δεν βρήκε τίποτε να καταλογίσει στα κόμματα των μνημονίων και της δανειακών συμβάσεων. Του αρκούσε η αποδοχή του ευρώ και της «ευρωπαϊκής προοπτικής» για να συγκυβερνήσει μαζί τους στη βάση μιας αόριστης και θολής υπόσχεσης άνευ πρακτικού αντικρίσματος περί επαναδιαπραγμάτευσης των πολιτικών του μνημονίου. Στο πρόσωπο της ΔΗΜΑΡ, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ βρήκαν τον αντικαταστάτη του ΛΑΟΣ σε μια μελλοντική συγκυβέρνηση τύπου Παπαδήμου.

  1. Η περιχαράκωση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ ιδίως σε μια εποχή πολιτικής κατάρρευσης του κυρίαρχου δικομματισμού. Το ΚΚΕ πληρώνει ακριβά τις πολιτικές επιλογές της ηγεσίας του που συστηματικά δολοφονεί κάθε ίχνος και αναφορά στις πατριωτικές και αντιστασιακές παραδόσεις αυτού του κόμματος. Το κόμμα που πρωτοστάτησε στην δημιουργία του ΕΑΜ, σήμερα μένει απαθές και αμέτοχο στον αγώνα του λαού ενάντια στη νέα κατοχή από την ΕΕ. Κινείται και πολιτεύεται λες και δεν έχουν αλλάξει και πολλά μετά την προσφυγή στον μηχανισμό της τρόικας. Αρνείται να αναδείξει ως κορυφαίο ζήτημα πάλης και ενότητας όλου του λαού την απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας και την μετατροπή της σε δουλοπαροικία. Η προσπάθειά της ηγεσίας του να πείσει του οπαδούς της ότι αυτό που συμβαίνει στην χώρα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια φυσιολογική εξέλιξη του καπιταλισμού χωρίς καμιά δυνατότητα να αλλάξει, ή έστω να αποτραπεί με την πάλη του λαού, αποτελεί την ιδεολογία και πολιτική της δικής της συνθηκολόγησης με τα μεγάλα συμφέροντα εντός και εκτός χώρας. Με τον τρόπο αυτό προάγει στον κόσμο που έχει ακόμη στην επιρροή της την ηττοπάθεια, τον φόβο μπροστά στην σύγκρουση και γενικά κάθε λογής βαθιά συντηρητικές λογικές που άλλοτε χρεώνουν στον λαό την δικής τους αδυναμία και άλλοτε την άποψη ότι τίποτε δεν γίνεται. Από αυτή την άποψη το σημερινό ΚΚΕ έχει μετατραπεί σε μια συντηρητική κοινωνικά και ταξικά δύναμη που εξαρτά την επιβίωση του κομματικού της μηχανισμού από την ομαλή αναπαραγωγή των κυρίαρχων πολιτικών. Μόνο σ’ αυτά τα πλαίσια αναγνωρίζει ότι έχει λόγο ύπαρξης. Γι’ αυτό και καθ’ όλη την περίοδο των εκλογών προεξοφλούσε την επικράτηση του δικομματισμού, απλά πόνταρε στην μείωση της κοινοβουλευτικής του εκπροσώπησης.

  1. Μια πανσπερμία πολιτικών σχηματισμών παλιών και νέων, εντός και εκτός Βουλής, όπου κατευθύνθηκε ένα σχετικά μεγάλο μέρος της ψήφου του εκλογικού σώματος. Το γεγονός αυτό είναι απόλυτα κατανοητό μιας και έχουμε περάσει σε μια αναγκαστική μετάβαση όπου ο λαός αφενός απαλλάσσεται από τις παλιές πολιτικές συμπεριφορές όπου τα πάντα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά του πάλαι ποτέ πανίσχυρου δικομματισμού και αφετέρου δεν έχει βρει ακόμη την νέα του πολιτική έκφραση. Σ’ αυτήν την πανσπερμία υπάρχει κάθε καρυδιάς καρύδι. Από μορφώματα που αντιπροσωπεύουν το νέο φασιστικό ολοκληρωτισμό της υποτέλειας, όπου το δημόσιο, το κοινό συμφέρον, πρέπει ολοκληρωτικά να χαθεί μπροστά στην αποθέωση του ιδιωτικού των αρπαχτικών της αγοράς και των ισχυρών της «Ευρώπης», όπως πρεσβεύει η Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Μπακογιάννη, η Δράση του κ. Μάνου και η Δημιουργία Ξανά του κ. Τζήμερου. Έως σχήματα τύπου ΑΝΤΑΡΣΥΑ που κινούνται στον χώρο του αριστερού αναχωρητισμού και εξαρτούν την ύπαρξή τους από την καθαρότητα του δικού τους δόγματος.

  1. Η είσοδος της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ στο κοινοβούλιο. Είναι η πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία που καθαρόαιμο φασιστικό, ναζιστικό κόμμα αποκτά σοβαρή κοινωνική επιρροή και εισέρχεται στο ελληνικό κοινοβούλιο. Το φαινόμενο αυτό είναι προϊόν αφενός της ηθικής και πολιτικής σήψης που διαπερνά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, της κοινωνικής περιθωριοποίησης ευρύτατων στρωμάτων των λαϊκών τάξεων στα πλαίσια μια πρωτοφανούς υποβάθμισης της διαβίωσής τους, αλλά και της ιδιαίτερης προβολής του από τα ΜΜΕ με τρόπο που να ταυτίζεται ο πατριωτισμός με τον φασισμό και η κοινωνική αγανάκτηση με τις πρακτικές του υποκόσμου. Καθοριστική επίσης ήταν και η στήριξη από το ίδιο το επίσημο κράτος, το οποίο συντηρεί τις σχέσεις της Χρυσής Αυγής με τις δυνάμεις καταστολής με σκοπό να λειτουργήσουν ως τάγματα εφόδου ενάντια στις λαϊκές κινητοποιήσεις. Σημαντικός παράγοντας της ανόδου της Χρυσής Αυγής είναι επίσης ότι οι λαϊκές γειτονιές έχουν πλέον εγκαταλειφθεί παντελώς και έχουν μετατραπεί σε γκέτο πρωτοφανούς εξαθλίωσης και δράσης συμμοριών.

* * *

Ποιος ήταν ο ρόλος του ΕΠΑΜ; Το εκλογικό αποτέλεσμα του συνδυασμού ΟΧΙ, όπου συμμετείχε το ΕΠΑΜ είναι τελείως αναντίστοιχο με την ευρύτερη κοινωνική και πολιτική επιρροή που κατέκτησε το Μέτωπο στους λίγους μήνες της ύπαρξής του. Το γεγονός αυτό φαίνεται πρώτα και κύρια από το ρόλο του Μετώπου στην επιβολή και τη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας με βάση την οποία συζητά ολόκληρη η κοινωνία και το επίσημο πολιτικό σύστημα. Γιατί όμως αυτό δεν εκφράστηκε στο εκλογικό αποτέλεσμα; Κυρίως για τους παρακάτω λόγους:

  1. Η προκήρυξη των εκλογών βρήκε το ΕΠΑΜ τελείως ανέτοιμο να δώσει με αποτελεσματικότητα την πολιτική μάχη. Έβγαινε από μια περίοδο αρκετών μηνών διαρκούς εσωστρέφειας που καθοριζόταν από τη μάχη σχετικά με το χαρακτήρα του Μετώπου, αλλά και την αντιμετώπιση μιας ανοιχτής απειλής διάλυσής του. Η περίοδος αυτή, ενώ πρόσφερε στο ξεκαθάρισμα της φυσιογνωμίας του Μετώπου, απέσπασε τις οργανωμένες δυνάμεις του από τη δράση στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς. Η βασική προς τα έξω παρουσία του Μετώπου είχε δραματικά περιοριστεί και είχε εναποτεθεί στις αναλύσεις και τις εμφανίσεις του Δημ. Καζάκη. Όλο το υπόλοιπο ΕΠΑΜ τον περισσότερο χρόνο του τον κατανάλωνε με τα «εσωκομματικά» του. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα τεράστιο έλλειμμα συλλογικής επαφής του Μετώπου με το λαό. Ένα έλλειμμα το οποίο βάθυνε από τη στιγμή που επιβλήθηκε άνωθεν η πλήρης φίμωση και του Δημ. Καζάκη. Λογική συνέπεια όλων αυτών ήταν να κληθεί το Μέτωπο να δώσει την πολιτική μάχη των εκλογών σε συνθήκες όπου η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν γνώριζε τι αντιπροσωπεύει το ΕΠΑΜ, ενώ ακόμα και εκείνο το μέρος που γνώριζε είχε σε μεγάλο βαθμό χάσει την τακτική επαφή με τις δράσεις του Μετώπου.

  1. Το ΕΠΑΜ άργησε να προσανατολιστεί και να μπει στη διαδικασία των εκλογών. Οι λόγοι ήταν αντικειμενικοί αλλά και υποκειμενικοί. Έπρεπε αφενός να ηττηθούν στις ίδιες τις γραμμές του Μετώπου οι λογικές που το ήθελαν δύναμη γενικής κοινωνικής διαμαρτυρίας χωρίς πολιτικά προτάγματα και αφετέρου να διερευνηθούν οι δυνατότητες για τις ευρύτερες δυνατές πολιτικές συμμαχίες. Το ΕΠΑΜ δεν κατόρθωσε να δρομολογήσει έγκαιρα ανοικτές επιτροπές λαϊκής βάσης με σκοπό την προετοιμασία «από τα κάτω» της ευρύτερης δυνατής συνάντησης των λεγόμενων αντιμνημονιακών δυνάμεων και κινημάτων. Παρά το γεγονός ότι το Μέτωπο είχε εντοπίσει την ανάγκη αρκετούς μήνες πριν από την προκήρυξη των εκλογών, έκανε ελάχιστα προς την κατεύθυνση αυτή. Αν είχε δοθεί η απαιτούμενη έμφαση και προτεραιότητα ενδεχομένως η πίεση που θα ασκούνταν στις ηγεσίες ίσως να επέτρεπε τη δημιουργία μιας ευρύτερης αντιμνημονιακής συμπαράταξης. Στο βαθμό που κάτι τέτοιο δεν γινόταν, το Μέτωπο εγκλωβίστηκε σε κινήσεις κορυφής, απαραίτητες μεν σε μια πολιτική συμμαχιών, ελάχιστα όμως επαρκείς, όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη κίνηση «από τα κάτω». Έτσι το ΕΠΑΜ παγιδεύτηκε στο να εξαρτά την κάθοδό του στις εκλογές από συμφωνίες κορυφής με άλλες αντιμνημονιακές δυνάμεις. Κι ενώ, από άποψη αρχών, το Μέτωπο στάθηκε απολύτως συνεπές στην πολιτική των συμμαχιών του, στην πράξη δεν υπήρχαν οι απαραίτητες κοινωνικές διεργασίες στην κοινωνική βάση των αντιμνημονιακών δυνάμεων που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια τέτοια πολιτική συμμαχιών. Σ’ αυτό η ευθύνη εναπόκειται αποκλειστικά στο ΕΠΑΜ και σε όσους ηγήθηκαν του Μετώπου την προηγούμενη περίοδο, γιατί ήταν και παραμένει η μόνη οργανωμένη δύναμη που μπορεί να κινήσει τέτοιες διεργασίες.

  1. Το ΕΠΑΜ κλήθηκε να δώσει την μάχη των εκλογών βγαίνοντας από ένα τραυματικό και επώδυνο συνέδριο, όπως άλλωστε είναι όλα τα συνέδρια όπου κυριαρχεί η ανοιχτή μάχη γραμμών. Το συνέδριο του ΕΠΑΜ βοήθησε να ξεμπλοκάρει το Μέτωπο από την εσωστρέφεια, αλλά και να ηττηθούν κατά κράτος οι διαλυτικές πρακτικές και λογικές ορισμένων κύκλων που είχαν ενταχθεί με βλέψεις άλλες από αυτές της Ιδρυτικής Διακήρυξης. Κι ενώ οι οργανωμένες δυνάμεις του Μετώπου ξεκαθάρισαν από κάθε λογής επίδοξους παράγοντες και παραγοντίσκους, δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να αναρρώσουν και να μπουν ξανά στην μάχη της γειτονιάς. Μέσα σε τρεις εβδομάδες προεκλογικής περιόδου θα έπρεπε οι οργανώσεις του Μετώπου να αναπληρώσουν τα κενά, να ξαναβρούν τον βηματισμό τους και να καλύψουν το μεγάλο έλλειμμα επικοινωνίας και επαφής με τις πλατιές λαϊκές μάζες. Όπως ήταν φυσικό κάτι τέτοιο στάθηκε αδύνατο κι αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι ακόμη και μετά τις εκλογές υπήρχε σημαντική μερίδα κόσμου κοντινού μας που δεν ήξερε καν ότι το ΕΠΑΜ είχε κατέβει στις εκλογές.

  1. Το ΕΠΑΜ έδωσε την εκλογική μάχη με την νοοτροπία και την προσέγγιση που κυριαρχούσε όσο το μαζικό κίνημα της κοινωνίας ήταν ζωντανό και έβαζε την σφραγίδα του στις εξελίξεις. Ωστόσο, οι κινητοποιήσεις και οι αγωνιστικές εξάρσεις της κοινωνίας είχαν υποχωρήσει ήδη από την εποχή δημιουργίας της κυβέρνησης Παπαδήμου και στην θέση τους είχε επικρατήσει ξανά η λογική της κοινοβουλευτικής ανάθεσης. Το συστηματικό προεκλογικό κλίμα που συντηρούσε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, αλλά και η ανοιχτή τρομοκρατία που ασκήθηκε, οδήγησε τα αγανακτισμένα στρώματα από τους δρόμους στο σπίτι τους. Το ΕΠΑΜ όχι μόνο δεν μπόρεσε να αντιληφθεί αυτή την μεταβολή, αλλά για μια σειρά αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους που έχουμε εν πολλοίς αναφέρει, δεν κατόρθωσε έγκαιρα να αντιδράσει και να μεταφέρει αποτελεσματικά την ζύμωση στις γειτονιές. Έτσι, ενώ το κυρίαρχο ζήτημα για το ΕΠΑΜ ήταν το ξεπούλημα της χώρας, η ανάγκη ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα διαρκείας του ίδιου του λαού στη βάση των κεντρικών προταγμάτων του, τις πολύ πλατιές μάζες του εκλογικού σώματος απασχολούσε το πώς μπορούν να γλυτώσουν τα χαράτσια της πολιτικής του μνημονίου και ύστερα βλέπουμε.

  1. Το ΕΠΑΜ οδηγήθηκε σε μια εκλογική συνεργασία με την Δημοκρατική Αναγέννηση του κ. Παπαθεμελή που την πλήρωσε πολλαπλά. Προχώρησε σε μια εκλογική συνεργασία που θεώρησε αναγκαστική γιατί πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα έρχεται το καθήκον απέναντι στην πατρίδα και στον λαό. Και μπροστά σ’ αυτό όλες οι άλλες διαφορές πάνε σε δεύτερο πλάνο. Όμως, ο κόσμος προσήλθε στις κάλπες χωρίς στην πλειοψηφία του να προτάσσει τον εθνικό κίνδυνο. Έτσι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί με τον Παπαθεμελή που ήταν ξεπερασμένος, θρησκόληπτος, ταυτισμένος με παλιές καταστάσεις και εποχές, κοκ. Οι εκκλήσεις για ενότητα προς όφελος της πατρίδας ξεχάστηκαν ακόμη κι από αυτούς που την τραγουδούσαν στο όνομα του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη και των άλλων ηρώων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του λαού. Πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα κυριάρχησαν οι ιδεοληψίες που διακατέχουν τον καθένα ανάλογα με το που ανήκει, ή από πού προέρχεται. Κι αυτό υπήρξε το πιο προβληματικό και το πιο επικίνδυνο φαινόμενο των τελευταίων εκλογών, όχι γιατί στοίχισε εκλογικά στο ΕΠΑΜ, αλλά γιατί δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες εμφυλίου μέσα στην ίδια την κοινωνία. Για την πλειοψηφία του κόσμου το ΕΠΑΜ είτε έπρεπε να τα βρει με έναν σχηματισμό που να του εξασφαλίζει την είσοδό του στην Βουλή, έστω κι αν χρειαζόταν να ξεχάσει τις αρχές του, είτε να προβάλει τον νεωτεριστικό του χαρακτήρα – ότι κι αν σημαίνει κάτι τέτοιο – και την καθαρότητά του. Η έννοια της ισότιμης συνεργασίας δεν είχε κανένα νόημα στους περισσότερους, ακόμη και σε αρκετά μέλη του ίδιου του ΕΠΑΜ, που είναι συνηθισμένοι να αντιλαμβάνονται την πολιτική με όρους δούναι-λαβείν πάνω, ή κάτω από το τραπέζι.

  1. Οι οργανωμένες δυνάμεις του ΕΠΑΜ κλήθηκαν να δώσουν μια εκλογική μάχη, χωρίς καμιά εμπειρία γύρω από το πώς οργανώνεται και διεξάγεται πρακτικά μια προεκλογική εκστρατεία. Σ’ αυτήν την αποστολή τους δεν είχαν κανενός είδους ουσιαστική βοήθεια από την συνεργασία με την Δημοκρατική Αναγέννηση. Αντίθετα, το Μέτωπο έπρεπε σε χρόνο ρεκόρ να στήσει εκλογικό μηχανισμό για να καλύψει όχι μόνο τις δικές του πιεστικές ανάγκες, αλλά και τα απανωτά προβλήματα που δημιουργούσε η ουσιαστική ανυπαρξία της Δημοκρατικής Αναγέννησης. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο με προβλήματα που στοίχησαν σημαντικά στην παρουσία και την εκλογική δράση του Μετώπου, από την επιλογή υποψηφίων καθ’ όλη την επικράτεια μέχρι το τύπωμα και την διακίνηση των ψηφοδελτίων του συνδυασμού.

Παρά τα σοβαρά προβλήματα, τις βαθιές αδυναμίες και τα λάθη που διέπραξε το ΕΠΑΜ κυρίως πριν, αλλά και κατά την διάρκεια της εκλογικής αναμέτρησης, οφείλουμε να ομολογήσουμε και να αποτιμήσουμε με τον πρέποντα σεβασμό στην αυταπάρνηση και την ακούραστη δουλειά της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών του Μετώπου, που ανταποκρίθηκαν επάξια και συχνά πάνω από τις ανθρώπινες αντοχές στα τρέχοντα καθήκοντα. Χωρίς κανενός είδους οικονομική υποστήριξη, εκτός από το υστέρημα των μελών και φίλων, χωρίς επαγγελματικά στελέχη και μηχανισμούς, τα μέλη και οι πυρήνες του ΕΠΑΜ έδωσαν τη δική τους εκλογική μάχη για την οποία έχουν κάθε λόγο να υπερηφανεύονται. Κατόρθωσαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να δημιουργήσουν μια σοβαρή παρακαταθήκη μέσα στην κοινωνία που ξεπερνά κατά πολύ το εκλογικό αποτέλεσμα. Όπου έδρασαν οργανωμένοι πυρήνες του ΕΠΑΜ, ανεξάρτητα από τον αριθμό των οργανωμένων τους μελών, έδειξαν στις περισσότερες περιπτώσεις την τρομακτική υπεροχή τους στον τρόπο προσέγγισης του απλού κόσμου απέναντι σε κάθε άλλο πολιτικό σχηματισμό με μηχανισμό και χρόνια δράσης στην πλάτη του.

Το ΕΠΑΜ βγήκε και από αυτή την δοκιμασία διαψεύδοντας για μια ακόμη φορά τις πολυποίκιλες Κασσάνδρες από δεξιά και αριστερά που στοιχημάτιζαν στη διάλυσή του. Άλλωστε γι’ αυτό και φρόντισαν να το απομονώσουν πολιτικά. Το ΕΠΑΜ όμως βγήκε από την εκλογική αναμέτρηση με μια αληθινά μάχιμη οργάνωση, όχι στα λόγια και τις διακηρύξεις όπως συνέβαινε τις περισσότερες φορές πριν το συνέδριο, αλλά στην πράξη. Τα περισσότερα μέλη του Μετώπου σήμερα γνωρίζουν από προσωπική εμπειρία την σημασία της ζύμωσης και της δουλειάς στην γειτονιά με τον απλό κόσμο. Είναι δική τους κατάκτηση στην πράξη κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Άλλαξε το κλίμα και η σύνθεση των οργανώσεων του ΕΠΑΜ. Έγιναν πραγματικές οργανώσεις με ενεργή συμμετοχή μελών σε βαθμό πρωτόγνωρο από την εποχή της ίδρυσης του Μετώπου. Μέσα στην εκλογική μάχη τα μέλη του ΕΠΑΜ δεν κέρδισαν μόνο τις εντυπώσεις, την συμπάθεια και την αναγνώριση του απλού κόσμου, έστω κι αν δεν μεταφράστηκε κάτι τέτοιο πάντα σε ψήφο, αλλά και χιλιάδες νέους φίλους και μέλη που έδωσαν τη δυνατότητα στο Μέτωπο να αποκτήσει αληθινά πανελλαδική οργάνωση και δικτύωση.

Το ΕΠΑΜ απέδειξε ότι μέσα σε λίγους μήνες από την ίδρυσή του έχει αποκτήσει ακατάλυτους δεσμούς με την κοινωνία και δεν μπορεί κανένας να το σβήσει από τον πολιτικό χάρτη της χώρας, όσο κι αν θέλει να το αγνοεί, ή επιδιώκει να το απομονώσει. Απέδειξε ότι στο βαθμό που επικεντρώνεται στην οργανωμένη δουλειά στην γειτονιά και στον χώρο δουλειάς δεν υπάρχει κανένας που μπορεί αντάξια να αντιπαρατεθεί μαζί του. Αυτός άλλωστε είναι κι ο μοναδικός τρόπος που το ΕΠΑΜ μπορεί να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού, πόρτα-πόρτα, πρόσωπο με πρόσωπο και όχι μέσα από τα κατεστημένα κανάλια ενημέρωσης και δημιουργίας εντυπώσεων.

* * *

Η ψήφος της 6ης Μαΐου ήταν η αρχή μιας μετάβασης, η αρχή μιας πορείας βαθύτατων ανατροπών της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Τα εκλογικά αποτελέσματα απέτρεψαν προσωρινά τα σχέδια της τρόικας, αλλά δεν έδωσαν λύση προς όφελος του λαού και της χώρας. Η κρίση βαθαίνει και παίρνει ακόμη πιο επικίνδυνες διαστάσεις. Φαίνεται ότι οδηγούμαστε σε μια νέα περίοδο κοινωνικού αναβρασμού, όπου θα υπάρξουν νέες συσπειρώσεις αλλά και νέα πόλωση. Οι δυνάμεις που εξέφρασαν κατά κύριο λόγο την αντιμνημονιακή διάθεση του λαού δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα διλήμματα της κρίσης.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα των εκλογών κατάφερε πλήγμα στην ομοψυχία και την ομόνοια του ελληνικού λαού. Το επίσημο πολιτικό σύστημα επιχειρεί να επαναφέρει τεχνητά το διαχωρισμό «δεξιά», «αριστερά» μέσα στον λαό και παραχωρεί τον πατριωτισμό σε δυνάμεις σαν την Χρυσή Αυγή. Για πρώτη φορά η ιδεολογία των Ταγμάτων Εφόδου βρήκε νομιμοποίηση στην ελληνική βουλή, την ίδια ώρα που ο αποκαλούμενος προοδευτικός χώρος δίνει αγώνα μέχρις εξοντώσεως για να ταυτίσει τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό και τον φασισμό. Μόνο και μόνο για να νομιμοποιηθεί η ιδεολογία και η πρακτική των νέων Γερμανοτσολιάδων και των εξ επαγγέλματος δοσιλόγων. Με τον τρόπο αυτό το σύνολο του επίσημου πολιτικού συστήματος, δεξιά και αριστερά, δημιουργούν προϋποθέσεις – είτε το έχουν συνειδητοποιήσει, είτε όχι – εμφύλιας σύρραξης μέσα στην ίδια την κοινωνία. Για την κυρίαρχη πολιτική της ΕΕ και των εγχώριων κλώνων της, το συνειδητό σπρώξιμο της ελληνικής κοινωνίας σε εμφύλιο αιματοκύλισμα είναι ένα από τα πιο οικεία σ’ αυτήν σενάρια πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Το έχει κάνει στο παρελθόν και ξέρει πώς να το χειριστεί. Γι’ αυτό άλλωστε επιχειρεί να τρομοκρατήσει την κοινωνία και τον λαό με σενάρια απίστευτης καταστροφολογίας, χάους και αίματος.

Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι η ενότητα του ίδιου του λαού μέσα από δυνάμεις και κινήματα που προτάσσουν το πατριωτικό και δημοκρατικό καθήκον έναντι οποιασδήποτε άλλης δεξιάς ή αριστερής διαχωριστικής γραμμής. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου ενός ολόκληρου λαού, ολόκληρης της χώρας και του έθνους που κατάκτησε με τους αγώνες του το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης. Ένα δικαίωμα που σήμερα απειλείται όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία αυτής της χώρας. Δεν υπάρχει κανένα εργατικό, κοινωνικό, ή πολιτικό δικαίωμα αν πρώτα δεν διασφαλιστεί η απόλυτη κυριαρχία του λαού σ’ αυτόν τον τόπο παρά και ενάντια σε κάθε ντόπια και ξένη επιβουλή. Μπορεί μέσα στην οχλοβοή και την ομίχλη του εκλογικού κονιορτού να φαντάζουν όλα αυτά πολύ μακρινά, αλλά πολύ γρήγορα η κοινωνία και ο λαός θα συνέλθει βίαια από την ραστώνη της κοινοβουλευτικής πρόζας που τον έχουν βάλει θεατή και θα κληθεί να αντιμετωπίσει τα πιεστικά διλήμματά της επιβίωσής του. Και τότε το ΕΠΑΜ θα είναι έτοιμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Design by Wordpress Theme | Bloggerized by Free Blogger Templates | coupon codes