Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Ο άνεργος





της Άννας Χατζησοφιά

Η θεία Μαρίκα, σας έχω ξαναγράψει για αυτήν (εκείνη με την παιδική φίλη που επέζησε του Άουσβιτς;), είχε για χρόνια ένα μεγάλο κρίμα στην ψυχή της.
Ντάλα Κατοχή και η μητέρα της ζύμωσε ψωμί, της είχαν στείλει άλευρα από το χωριό, με μπόλικα πίτουρα και ολίγον πριονίδι, πάντως ψωμί. Το έβαλε λοιπόν στο ταψί και το έστειλε στο φούρνο με την μικρή. Η Μαρίκα περίμενε μέχρις ότου ψηθεί, εκεί μπάστακας, μην τυχόν και καταλήξει σε ξένα χέρια το πανάκριβο καρβέλι, πολυτιμότερο και από κόσμημα εκείνη την εποχή. Όταν ψήθηκε λοιπόν, το πήρε με το που βγήκε από τον φούρνο. Το ταψί έκαιγε κάτω από τις πιάστρες, κοκκινίζοντας....τα χέρια της. Πήρε το δρόμο κατευθυνόμενη στο σπίτι, προκαλώντας την πεινασμένη πόλη με το ευωδιαστό άρωμα του μισού ψωμιού-μισής μπομπότας.
Κάπου κοντά στη Διαγώνιο, την πλησίασε ένας κύριος. Δεν ήταν κανένα αλάνι με τραγιάσκα για να φοβηθεί, από αυτά που σάλταραν και κλέβαν τις ρεζέρβες από τα γερμανικά οχήματα. Φορούσε κοστούμι και καπέλο και η όλη εμφάνιση ήταν πολύ καθώς πρέπει. Ο κύριος της είπε αυτό που δεν περίμενε να ακούσει από έναν άντρα της δικής του εμφάνισης. «Κοπέλα μου πεινάω, δώς μου μια μπουκιά ψωμί».

Η Μαρίκα ένας Θεός ξέρει τι είχε στο μυαλό της εκείνη την στιγμή. Αν μετρούσε τις μπουκιές να δει αν φτάναν για την οικογένειά της, αν σκέφτονταν την Ραχήλ που την είχε πάρει το τραίνο για την Γερμανία, πάντως αντέδρασε με τρόπο που δεν είχε σχέση με τον χαρακτήρα της. «Άσε με κι εσύ άνθρωπε μου, στις σκοτούρες μου». Έτσι του είπε. «Άσε με κι εσύ άνθρωπε μου». Ο άνθρωπος πράγματι την άφησε αδιαμαρτύρητα, και το Μαρικάκι συνέχισε τον δρόμο προς το πατρικό της.
Όταν έφτασε στην γωνία του σπιτιού συνειδητοποίησε ξαφνικά τι είχε κάνει. Είχε αρνηθεί ψωμί σε έναν πεινασμένο συνάνθρωπο. Με τα δάκρια να πλημμυρίζουν ανεξέλεγκτα τα μάτια της, πήρε στροφή και άρχισε, μαζί με το ψωμί, να τρέχει πίσω τον δρόμο για να βρει τον κύριο,  να του δώσει τη μπουκιά. Έφτασε στην Διαγώνιο, ο κύριος άφαντος. Άρχισε να τρέχει τα γύρω στενά, πουθενά. Ανέβηκε την Τσιμισκή μέχρι Ίωνος Δραγούμη, τίποτε. Ανηφόρισε τρέχοντας ως την Αγίου Δημητρίου, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, κανένας δεν είχε δει έναν κύριο σαν αυτόν που τους περιέγραφε. Απογοητευμένη πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Στο ύψος της Ροτόντας της ήρθε η φλασιά. «Κι αν ο κύριος ήταν ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός που μεταμφιέστηκε σε πεινασμένο για να με δοκιμάσει;». Έτσι εξηγούνταν, στο ταραγμένο από την πράξη της μυαλό της, το γεγονός ότι είχε μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Εξ άλλου, δεν είχε πει με σαφήνεια ο Κύριος, για τους πεινώντες και διψώντες, ότι αν τους ταΐζουμε και τους ποτίζουμε, είναι σαν να ταΐζουμε και ποτίζουμε τον ίδιο; Η Μαρίκα ήταν σίγουρη πια ότι είχε αμαρτήσει όχι μόνον ενώπιον του συνάνθρωπου της, αλλά και ενώπιον του Θεανθρώπου.
Για να εξιλεωθεί απέναντί του, στην πραγματικότητα για να αλαφρώσει την βεβαρυμμένη συνείδηση της, μοίρασε το ψωμί στα πρώτα χαμίνια που συνάντησε στο διάβα της και επέστρεψε στο σπίτι χωρίς ψωμί. Όταν την είδαν να γυρίζει χωρίς ψωμί, έφαγε μια σφαλιάρα από την μητέρα της, που είδε τον ουρανό σφοντύλι. Αργότερα, όταν εξήγησε τι είχε συμβεί, η μητέρα μαλάκωσε. Την πήρε αγκαλιά και προσπάθησε να την ηρεμήσει λέγοντάς της  ότι αφού συνειδητοποίησε το λάθος της και μοίρασε το ψωμί, δεν ήταν κακός άνθρωπος και δεν είχε χάσει τον Παράδεισο για πάντα. Την Μαρίκα δεν την ένοιαζε ο Παράδεισος, την ένοιαζε ότι μπορούσε να χορτάσει τον κύριο και τον άφησε πεινασμένο. Ποτέ δεν καταλάγιασαν οι τύψεις της και χρόνια μετά διηγούνταν με το ίδιο αχ το κρίμα της.
Θυμήθηκα αυτή την ιστορία προχθές. Μετά την πρεμιέρα της παράστασης «Γάμοι Κηδείες και δεν έχω τίποτε να φορέσω», που ανεβάσαμε στο Booze Cooperative, περασμένα μεσάνυχτα με τον Διονύση, φίλο και πολύτιμο συνεργάτη που βοηθάει και στο ταμείο, επιστρέφαμε με το αυτοκίνητο. Ξαφνικά γυρίζει και μου λέει ότι ανάμεσα στον κόσμο που έκοψε εισιτήριο (γιατί βασικά είχαμε προσκλήσεις ως πρεμιέρα) ήταν και ένας άνεργος. «Τι άνεργος», απόρησα. «Κανονικός, με κάρτα ανεργίας», μου λέει. «Με ρώτησε αν έχουμε εισιτήρια για ανέργους, και επειδή δεν είχαμε συνεννοηθεί τίποτε σχετικό, του έκοψα μειωμένο». «Δεν έπρεπε να πληρώσει καν εισιτήριο», μου βγήκε αυθόρμητα. «Δεν μπορούσα να πάρω τέτοια πρωτοβουλία χωρίς να σας ρωτήσω». Δίκιο είχε, δεν μπορούσε να πάρει τέτοια πρωτοβουλία. Καμιά μας, από την ομάδα, δεν είχε σκεφτεί μια τέτοια πιθανότητα, ούτως ώστε να εκδώσουμε χαμηλό εισιτήριο για ανέργους. Το μειωμένο είναι 10 ευρώ, ποσό μυθικό για όποιον, από τους πάμπολλους συμπολίτες μας, είναι χωρίς δουλειά.
Από προχθές το βράδυ αισθάνομαι σαν την θεία μου Μαρίκα με το ψωμί. Να ψάξω όλη την Αθήνα να βρω τον άνεργο να του επιστρέψω το 10ευρω είναι αδύνατο.
Θα μου πείτε, γιατί δεν σκεφτήκατε αυτή την πιθανότητα; Δεν χωρούσε στο μυαλό μας ότι σε ένα μικρό εναλλακτικό θέατρο, ένας άνεργος και μάλιστα άντρας, θα διάλεγε να δει ένα έργο με πέντε γυναίκες που φοράνε μαύρα φορέματα και ψηλά τακούνια, και δη βραδιά πρεμιέρας. Προσπάθησα να μπω στην κατάστασή του. Ξεκίνησα να γράφω για το πώς έσβησε το τσιγάρο και πέρασε την πόρτα της οδού Κολοκοτρώνη και πάτησα το delete. Ό,τι και να έγραφα, λάθος θα ήμουν. Δεν μπορώ να φανταστώ την ψυχολογία που τον οδήγησε να ανεβεί τα σκαλιά του μικρού θεάτρου. Το μόνο που τριγυρνάει στο μυαλό μου είναι μια ατάκα που λέμε στην παράσταση: «Γιατί εκτός από την ανεργία, κορίτσια, υπάρχει και η μοναξιά».

από το "Red NoteBook"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Design by Wordpress Theme | Bloggerized by Free Blogger Templates | coupon codes